Home > Term: skimming
skimming
Μηχανική αφαίρεση του πετρελαίου ή του αφρού από την επιφάνεια του νερού.
- Sõnaliik: noun
- Valdkond/domeen: Environment
- Category: Environment statistics
- Company: United Nations
0
Looja
- eumelia.ganis
- 100% positive feedback
(Larissa, Greece)