Home > Term: ταγγό/τάγγιση
ταγγό/τάγγιση
Οξείδωση/κατανομή του λίπους που εμφανίζεται φυσικά, προκαλώντας ανεπιθύμητες μυρωδιά και γεύση.
- Sõnaliik: noun
- Valdkond/domeen: Food (other)
- Category: Food safety
- Company: USDA
0
Looja
- Andreas
- 100% positive feedback
(Larissa, Greece)