Home > Term: μονοκαλλιέργεια
μονοκαλλιέργεια
Επανέλαβε την καλλιέργεια μίας μόνο σοδιάς σε μια δεδομένη έκταση γης.
- Sõnaliik: noun
- Valdkond/domeen: Environment
- Category: Environment statistics
- Company: United Nations
0
Looja
- eumelia.ganis
- 100% positive feedback
(Larissa, Greece)