Home > Term: melanophore
melanophore
Ένα chromatophore που περιέχει μαύρη και καφέ πιγκμέντα που ονομάζεται μελανίνη.
- Sõnaliik: noun
- Valdkond/domeen: Natural environment
- Category: Coral reefs
- Organization: NOAA
0
Looja
- Khrysaor
- 100% positive feedback