Home > Term: αυτόκαυστο
αυτόκαυστο
Κλειστή δεξαμενή λυμάτων φυτών που μειώνει τον όγκο των στερεών και σταθεροποιεί την ακατέργαστη ιλύος από βακτηριακή δράση.
- Sõnaliik: noun
- Valdkond/domeen: Environment
- Category: Environment statistics
- Company: United Nations
0
Looja
- eumelia.ganis
- 100% positive feedback
(Larissa, Greece)