Home > Term: αποθείωσης
αποθείωσης
Αφαίρεση του θείου από τα ορυκτά καύσιμα, στη μείωση της ρύπανσης.
- Sõnaliik: noun
- Valdkond/domeen: Environment
- Category: Environment statistics
- Company: United Nations
0
Looja
- eumelia.ganis
- 100% positive feedback
(Larissa, Greece)